massacrant
Pronunciation
/masakʁˈɑ̃/

Ορισμός και σημασία του "massacrant"στα γαλλικά

massacrant
01

συντριπτικός, κατακλυσμιαίος

extrêmement dur, sévère ou insupportable
massacrant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus massacrant
συγκριτικός βαθμός
plus massacrant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
massacrant
αρσενικό πληθυντικό
massacrants
θηλυκό ενικό
massacrante
θηλυκό πληθυντικό
massacrantes
Παραδείγματα
Les conditions de vie dans ce camp étaient massacrant.
Οι συνθήκες διαβίωσης σε εκείνο το στρατόπεδο ήταν καταστροφικές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store