Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
marmonner
01
μουρμουρίζω, μουρμουρίζω χαμηλόφωνα
dire quelque chose sous sa respiration ou presque en secret
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
marmonne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
marmonnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
marmonnerai
ενεστώτα μετοχή
marmonnant
παθητική μετοχή
marmonné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
marmonnions
Παραδείγματα
Il marmonne des excuses sans lever la voix.
Μουρμουρίζει συγγνώμες χωρίς να σηκώνει τη φωνή του.



























