Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le marché
01
αγορά, λαϊκή
lieu où l'on achète et vend des biens ou des services
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
marchés
Παραδείγματα
Je vais au marché pour acheter des fruits et légumes.
Πάω στην αγορά για να αγοράσω φρούτα και λαχανικά.
02
αγορά, παζάρι
lieu ou système d'échange de biens, services ou capitaux dans l'économie
Παραδείγματα
Le marché de l'immobilier est en pleine croissance.
Η αγορά ακινήτων βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη.
03
συμφωνία, συναλλαγή
accord commercial ou transaction entre deux parties
Παραδείγματα
Ils ont conclu un marché pour la vente de l'immeuble.
Συμφώνησαν μια αγορά για την πώληση του κτιρίου.



























