Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le maquillage
01
μακιγιάζ, καλλυντικά
produits cosmétiques appliqués sur le visage pour embellir ou transformer l'apparence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Il utilise du maquillage pour les effets spéciaux au cinéma.
Χρησιμοποιεί μακιγιάζ για τα ειδικά εφέ στον κινηματογράφο.



























