la mamie
ma
ma
ma
mie
mi
mi
maniemariemomiemagie
mamy

Ορισμός και σημασία του "mamie"στα γαλλικά

01

γιαγιά, γιαγιάκα

façon affectueuse de dire « grand-mère » 
la mamie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
mamies
αρσενικό ενικό
papi
θηλυκό ενικό
mamie
neutral form
grand-parent
Παραδείγματα
Ma mamie me prépare toujours de bons gâteaux. 

Η γιαγιά μου μου προετοιμάζει πάντα καλά κέικ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store