Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La mallette
01
χαρτοφύλακας, βαλίτσα εγγράφων
sac rigide ou semi-rigide, souvent utilisé pour transporter des documents ou un ordinateur
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
mallettes
Παραδείγματα
Il porte sa mallette au travail chaque matin.
Μεταφέρει την χαρτοφύλακά του στη δουλειά κάθε πρωί.
02
σχολική τσάντα, σχολικό βαλίτσα
sac ou boîte rigide utilisé par les élèves pour transporter leurs livres et fournitures scolaires
Παραδείγματα
L'enfant met ses cahiers dans sa mallette avant de partir à l'école.
Το παιδί βάζει τα τετράδιά του στο σχολικό του σακίδιο πριν πάει στο σχολείο.



























