Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
malin
01
πανούργος, έξυπνος
qui fait preuve de ruse ou d'intelligence pour réussir quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus malin
συγκριτικός βαθμός
plus malin
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
malin
αρσενικό πληθυντικό
malins
θηλυκό ενικό
maligne
θηλυκό πληθυντικό
malignes
Παραδείγματα
Il est malin et trouve toujours des solutions aux problèmes.
Είναιπανούργος και βρίσκει πάντα λύσεις στα προβλήματα.
02
πανούργος, κακόβουλος
qui peut causer du tort ou être rusé de manière négative
Παραδείγματα
Ce virus est malin et se propage facilement.
Αυτός ο ιός είναι κακόβουλος και εξαπλώνεται εύκολα.



























