malin
Pronunciation
/malɛ̃/

Ορισμός και σημασία του "malin"στα γαλλικά

01

πανούργος, έξυπνος

qui fait preuve de ruse ou d'intelligence pour réussir quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus malin
συγκριτικός βαθμός
plus malin
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
malin
αρσενικό πληθυντικό
malins
θηλυκό ενικό
maligne
θηλυκό πληθυντικό
malignes
Παραδείγματα
Les commerçants malins savent négocier habilement.
Οι πανούργοι έμποροι ξέρουν να διαπραγματεύονται επιδέξια.
02

πανούργος, κακόβουλος

qui peut causer du tort ou être rusé de manière négative
Παραδείγματα
Certains commentaires malins peuvent blesser sans qu' on s' en rende compte.
Μερικά πονηρά σχόλια μπορούν να πληγώσουν χωρίς να το αντιληφθούμε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store