Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La malhonnêteté
01
ανεντιμότητα, απιστία
comportement d'une personne qui n'est pas honnête, qui trompe ou triche
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La malhonnêteté nuit à la confiance entre les gens.
Η ανεντιμότητα βλάπτει την εμπιστοσύνη μεταξύ των ανθρώπων.
Λεξικό Δέντρο
malhonnêteté
mal
honnêteté



























