le malaise
Pronunciation
/malɛz/

Ορισμός και σημασία του "malaise"στα γαλλικά

Le malaise
[gender: masculine]
01

δυσφορία, ανασφάλεια

sensation soudaine de faiblesse ou de gêne physique
le malaise definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
malaises
Παραδείγματα
Après le malaise, il s' est allongé pour se reposer.
Μετά την δυσφορία, ξάπλωσε για να ξεκουραστεί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store