Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La malchance
01
κακή τύχη, ατυχία
l'absence de chance ou la survenue d'événements défavorables
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Il a perdu son emploi à cause de la malchance.
Έχασε τη δουλειά του λόγω ατυχίας.
Λεξικό Δέντρο
malchance
mal
chance



























