Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lâche
01
χαλαρός, αφημένος
qui n'est pas serré, qui est libre ou détendu
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus lâche
συγκριτικός βαθμός
plus lâche
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
lâche
αρσενικό πληθυντικό
lâches
θηλυκό ενικό
lâche
θηλυκό πληθυντικό
lâches
Παραδείγματα
Ce vêtement est lâche et confortable.
Αυτό το ρούχο είναι φαρδύ και άνετο.
02
δειλός, άτολμος
qui manque de courage et évite le danger ou les difficultés
Παραδείγματα
Les personnes lâches ne prennent jamais de risques.
Οι δειλοί άνθρωποι δεν αναλαμβάνουν ποτέ ρίσκα.
03
δειλός, ποταπός
qui est moralement faible, vil, ou déshonorant
Παραδείγματα
Il a agi de façon lâche face à la difficulté.
Ενεργούσε με δειλή τρόπο μπροστά στη δυσκολία.
Le lâche
01
δειλός, φυγόπονος
personne qui manque de courage et qui évite le danger ou les difficultés
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
lâches
Παραδείγματα
Les lâches restent souvent en arrière.
Οι δειλοί συχνά μένουν πίσω.



























