lâche
lâche
lɑ:ʃ
laash
lèche

Ορισμός και σημασία του "lâche"στα γαλλικά

01

χαλαρός, αφημένος

qui n'est pas serré, qui est libre ou détendu 
lâche definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus lâche
συγκριτικός βαθμός
plus lâche
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
lâche
αρσενικό πληθυντικό
lâches
θηλυκό ενικό
lâche
θηλυκό πληθυντικό
lâches
Παραδείγματα
La corde est lâche et doit être tendue. 

Το σχοινί είναι χαλαρό και πρέπει να τεντωθεί.

02

δειλός, άτολμος

qui manque de courage et évite le danger ou les difficultés 
lâche definition and meaning
Παραδείγματα
Cet homme est trop lâche pour dire la vérité. 

Αυτός ο άνδρας είναι πολύ δειλός για να πει την αλήθεια.

03

δειλός, ποταπός

qui est moralement faible, vil, ou déshonorant 
Παραδείγματα
C'est un homme lâche et sans honneur. 

Είναι ένας δειλός και άτιμος άνδρας.

01

δειλός, φυγόπονος

personne qui manque de courage et qui évite le danger ou les difficultés 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
lâches
Παραδείγματα
C'est un lâche qui fuit toujours les problèmes. 

Είναι ένας δειλός που πάντα τρέχει μακριά από τα προβλήματα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store