la luge
luge
lyʒ
lyzh
jugerefuge

Ορισμός και σημασία του "luge"στα γαλλικά

01

έλκηθρο, σέρτ

petit véhicule sur patins utilisé pour glisser sur la neige 
la luge definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
luges
Παραδείγματα
Les enfants font de la luge sur la colline. 

Τα παιδιά κάνουν έλκηθρο στο λόφο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store