la luette
luette
lɥɛt
lüet
luttelunette

Ορισμός και σημασία του "luette"στα γαλλικά

01

στομαχίτιδα, ουβούλα

petite excroissance de chair située au fond de la gorge, au-dessus de la langue 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
luettes
Παραδείγματα
La luette bouge quand on avale. 

Η σταφυλή κινείται όταν κάποιος καταπίνει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store