Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
loucher
01
αλλοιώνομαι, είμαι αλλοιωμένος
avoir un défaut d'alignement des yeux (strabisme) où les axes visuels ne convergent pas vers le même point
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
louche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
louchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
loucherai
ενεστώτα μετοχή
louchant
παθητική μετοχή
louché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
louchions
Παραδείγματα
Il louche légèrement de l'œil droit.
Κοντά ελαφρά το δεξί του μάτι.
02
κοιτάζω προσεκτικά, εξετάζω
regarder attentivement quelque chose en plissant les yeux ou en inclinant la tête pour mieux voir
Παραδείγματα
Le détective louche le document à la recherche d'indices.
Ο ντετέκτιβ κλέβει μια ματιά στο έγγραφο για να βρει στοιχεία.



























