la logique
lo
law
gique
ʒɪk
zhik

Ορισμός και σημασία του "logique"στα γαλλικά

01

λογική, συλλογισμός

capacité de raisonner correctement, ou ensemble de règles qui gouvernent le raisonnement 
la logique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La logique de son argumentation est parfaite. 

Η λογική της επιχειρηματολογίας του είναι τέλεια.

01

λογικός, λογικός

qui est conforme à la raison ou au bon sens 
logique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus logique
συγκριτικός βαθμός
plus logique
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
logique
αρσενικό πληθυντικό
logiques
θηλυκό ενικό
logique
θηλυκό πληθυντικό
logiques
Παραδείγματα
C'est une décision logique. 

Είναι μια λογική απόφαση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store