Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La logique
[gender: feminine]
01
λογική, συλλογισμός
capacité de raisonner correctement, ou ensemble de règles qui gouvernent le raisonnement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La logique mathématique est essentielle en informatique.
Η μαθηματική λογική είναι απαραίτητη στην επιστήμη των υπολογιστών.
logique
01
λογικός, λογικός
qui est conforme à la raison ou au bon sens
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus logique
συγκριτικός βαθμός
plus logique
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
logique
αρσενικό πληθυντικό
logiques
θηλυκό ενικό
logique
θηλυκό πληθυντικό
logiques
Παραδείγματα
Suivre cet ordre est logique pour réussir.
Η ακολούθηση αυτής της σειράς είναι λογική για την επιτυχία.



























