Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le loisir
01
ελεύθερος χρόνος, διασκέδαση
moment libre où l'on n'a pas d'obligation et où l'on est libre de faire ce qu'on veut
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
loisirs
Παραδείγματα
Je n'ai pas eu le loisir de répondre à ton message.
Δεν είχα τον ελεύθερο χρόνο να απαντήσω στο μήνυμά σου.
Les loisirs
01
δραστηριότητες αναψυχής, χόμπι
activités que l'on pratique pendant son temps libre pour se détendre ou se divertir
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
loisirs
Παραδείγματα
Mes loisirs sont la lecture et la natation.
Τα χόμπι μου είναι η ανάγνωση και η κολύμβηση.



























