Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
livrer
01
apporter et remettre des marchandises, du courrier ou des repas à quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
ενεστώτα μετοχή
livrant
παθητική μετοχή
livré
Παραδείγματα
Le facteur livre le courrier chaque jour.
02
révéler un secret ou trahir quelqu'un
Παραδείγματα
Il a livré son complice.



























