Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le lit superposé
01
διώροφο κρεβάτι, κρεβάτι με δύο κλίνες
lit formé de deux lits placés l'un au-dessus de l'autre, permettant de gagner de la place dans une chambre
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
lits superposés
Παραδείγματα
Les enfants dorment dans un lit superposé.
Τα παιδιά κοιμούνται σε ένα κρεβάτι διπλό.



























