Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
liquéfier
01
υγροποιώ, λιώνω
rendre quelque chose liquide en le chauffant ou par un procédé chimique/physique
Παραδείγματα
On peut liquéfier l' azote à très basse température.
Το άζωτο μπορεί να υγροποιηθεί σε πολύ χαμηλή θερμοκρασία.
02
παραλύω, παγώνω
être paralysé par la peur, la honte, la surprise ou l'émotion forte
Παραδείγματα
Le candidat s' est liquéfié face aux questions difficiles.
Ο υποψήφιος παραλύθηκε μπροστά στις δύσκολες ερωτήσεις.



























