liquéfier

Ορισμός και σημασία του "liquéfier"στα γαλλικά

liquéfier
01

υγροποιώ, λιώνω

rendre quelque chose liquide en le chauffant ou par un procédé chimique/physique
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
liquéfie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
liquéfions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
liquéfierai
παθητική μετοχή
liquéfié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
liquéfiions
Παραδείγματα
On peut liquéfier l' azote à très basse température.
Το άζωτο μπορεί να υγροποιηθεί σε πολύ χαμηλή θερμοκρασία.
02

παραλύω, παγώνω

être paralysé par la peur, la honte, la surprise ou l'émotion forte
Παραδείγματα
Le candidat s' est liquéfié face aux questions difficiles.
Ο υποψήφιος παραλύθηκε μπροστά στις δύσκολες ερωτήσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store