Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
liquéfier
01
υγροποιώ, λιώνω
rendre quelque chose liquide en le chauffant ou par un procédé chimique/physique
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
liquéfie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
liquéfions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
liquéfierai
παθητική μετοχή
liquéfié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
liquéfiions
Παραδείγματα
La chaleur a liquéfié le beurre.
Η θερμότητα υγροποίησε το βούτυρο.
02
παραλύω, παγώνω
être paralysé par la peur, la honte, la surprise ou l'émotion forte
Παραδείγματα
Elle s'est liquéfiée de honte devant tout le monde.
Αυτή λιώθηκε από ντροπή μπροστά σε όλους.



























