Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le lin
01
λινάρι, λίνα
fibre naturelle végétale produite à partir de la plante de lin, utilisée pour des tissus légers et résistants
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
lin
Παραδείγματα
Le lin est biodégradable et écologique.
Το λινό είναι βιοδιασπώμενο και οικολογικό.
02
λίνο, λινόσπορος
plante cultivée pour ses fibres textiles et ses graines oléagineuses
Παραδείγματα
L' huile de lin est utilisée en peinture.
Το λάδι λιναριού χρησιμοποιείται στη ζωγραφική.



























