le lin
Pronunciation
/lɛ̃/

Ορισμός και σημασία του "lin"στα γαλλικά

01

λινάρι, λίνα

fibre naturelle végétale produite à partir de la plante de lin, utilisée pour des tissus légers et résistants
le lin definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
lin
Παραδείγματα
Le lin est biodégradable et écologique.
Το λινό είναι βιοδιασπώμενο και οικολογικό.
02

λίνο, λινόσπορος

plante cultivée pour ses fibres textiles et ses graines oléagineuses
le lin definition and meaning
Παραδείγματα
L' huile de lin est utilisée en peinture.
Το λάδι λιναριού χρησιμοποιείται στη ζωγραφική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store