Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
limpide
01
κρυσταλλένιος, διαφανής
parfaitement clair et transparent (pour un liquide)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus limpide
συγκριτικός βαθμός
plus limpide
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
limpide
αρσενικό πληθυντικό
limpides
θηλυκό ενικό
limpide
θηλυκό πληθυντικό
limpides
Παραδείγματα
L'eau de la rivière était si limpide qu'on voyait les poissons.
Το νερό του ποταμού ήταν τόσο καθαρό που μπορούσαμε να δούμε τα ψάρια.
02
σαφής, κατανοητός
parfaitement clair et compréhensible (pour un discours/texte)
Παραδείγματα
Son explication était d'une logique limpide.
Η εξήγησή του ήταν κρυσταλλένιας λογικής.
03
καθαρός, διαυγής
pur et sans mélange, sans altération
Παραδείγματα
Son cœur gardait un amour limpide malgré les épreuves.
Η καρδιά του κρατούσε μια καθαρή αγάπη παρά τις δοκιμασίες.



























