limpide
Pronunciation
/lɛ̃pˈid/

Ορισμός και σημασία του "limpide"στα γαλλικά

01

κρυσταλλένιος, διαφανής

parfaitement clair et transparent (pour un liquide)
limpide definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus limpide
συγκριτικός βαθμός
plus limpide
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
limpide
αρσενικό πληθυντικό
limpides
θηλυκό ενικό
limpide
θηλυκό πληθυντικό
limpides
Παραδείγματα
Son verre contenait un liquide limpide comme du cristal.
Το ποτήρι του περιείχε ένα υγρό καθαρό σαν κρύσταλλο.
02

σαφής, κατανοητός

parfaitement clair et compréhensible (pour un discours/texte)
limpide definition and meaning
Παραδείγματα
Un article au style limpide et efficace.
Ένα άρθρο με σαφή και αποτελεσματικό στυλ.
03

καθαρός, διαυγής

pur et sans mélange, sans altération
Παραδείγματα
Dans ses yeux brillait une joie limpide.
Στα μάτια του έλαμπε μια καθαρή χαρά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store