Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
limpide
01
κρυσταλλένιος, διαφανής
parfaitement clair et transparent (pour un liquide)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus limpide
συγκριτικός βαθμός
plus limpide
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
limpide
αρσενικό πληθυντικό
limpides
θηλυκό ενικό
limpide
θηλυκό πληθυντικό
limpides
Παραδείγματα
Son verre contenait un liquide limpide comme du cristal.
Το ποτήρι του περιείχε ένα υγρό καθαρό σαν κρύσταλλο.
02
σαφής, κατανοητός
parfaitement clair et compréhensible (pour un discours/texte)
Παραδείγματα
Un article au style limpide et efficace.
Ένα άρθρο με σαφή και αποτελεσματικό στυλ.
03
καθαρός, διαυγής
pur et sans mélange, sans altération
Παραδείγματα
Dans ses yeux brillait une joie limpide.
Στα μάτια του έλαμπε μια καθαρή χαρά.



























