la liberté
li
li
li
be
be
rté
ʁte
rte

Ορισμός και σημασία του "liberté"στα γαλλικά

01

ελευθερία, ανεξαρτησία

état d'être libre, sans contrainte ni oppression 
la liberté definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
libertés
Παραδείγματα
La liberté est un droit fondamental. 

Η ελευθερία είναι ένα θεμελιώδες δικαίωμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store