Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
laver
01
πλένω
nettoyer quelque chose avec de l'eau ou un autre liquide
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
lave
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
lavons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
laverai
ενεστώτα μετοχή
lavant
παθητική μετοχή
lavé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
lavions
Παραδείγματα
Je lave mes mains avant de manger.
Πλένω τα χέρια μου πριν φάω.
02
αθωώνω, απαλλάσσω από τις κατηγορίες
enlever une accusation ou une faute, déclarer innocent
Παραδείγματα
Le tribunal l'a lavé de toutes les accusations.
Το δικαστήριο τον αθώωσε από όλες τις κατηγορίες.
03
πλένομαι, κάνω μπάνιο
nettoyer son propre corps ou une partie de son corps
Παραδείγματα
Je me lave le matin et le soir.
Πλένω το πρωί και το βράδυ.



























