le kilo
Pronunciation
/kilo/

Ορισμός και σημασία του "kilo"στα γαλλικά

01

κιλό, κιλό

unité de masse égale à mille grammes
le kilo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
kilos
Παραδείγματα
Le prix du kilo de viande a augmenté.
Η τιμή του κιλού κρέατος έχει αυξηθεί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store