Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le juge
[female form: juge][gender: masculine]
01
δικαστής, δικαστικός
magistrat chargé de rendre la justice au tribunal
Παραδείγματα
La juge a ordonné la libération conditionnelle du prévenu.
Η δικαστής διέταξε την υπό όρους αποφυλάκιση του κατηγορούμενου.
02
διαιτητής, κριτής
officiel qui surveille le respect des règles dans une compétition sportive
Παραδείγματα
Trois juges ont attribué des scores différents, ce qui a conduit à une décision partagée.
Τρεις κριτές απέδωσαν διαφορετικούς βαθμούς, γεγονός που οδήγησε σε μια διαιρεμένη απόφαση.



























