Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le jouet
[gender: masculine]
01
παιχνίδι, παιχνίδι
objet avec lequel un enfant joue pour se divertir
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
jouets
Παραδείγματα
Il ne veut pas partager ses jouets.
Δεν θέλει να μοιραστεί τα παιχνίδια του.
02
παιχνίδι, μαριονέτα
personne ou chose manipulée ou utilisée par une force extérieure
Παραδείγματα
Il se sent comme un jouet sans contrôle.
Αισθάνεται σαν παιχνίδι χωρίς έλεγχο.



























