le jet
jet

Ορισμός και σημασία του "jet"στα γαλλικά

01

αεριωθούμενο αεροσκάφος, τζετ

avion propulsé par des moteurs à réaction, souvent rapide et utilisé pour le transport civil ou privé 
le jet definition and meaning
Παραδείγματα
Le jet décolle en quelques secondes. 

Το τζετ απογειώνεται σε λίγα δευτερόλεπτα.

02

ρίψη

fait de lancer quelque chose avec un mouvement brusque 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
jets
Παραδείγματα
Le jet de la pierre a brisé la vitre. 

Η ρίψη της πέτρας έσπασε το τζάμι.

03

προβολή, πίδακας

projection continue ou soudaine d'un liquide, d'un gaz ou d'une matière 
Παραδείγματα
Un jet d'eau sort de la fontaine. 

Ένα πίδακα νερού βγαίνει από τη βρύση.

04

ακροφύσιο

pièce placée au bout d'un tuyau ou d'un tuyau d'arrosage pour diriger l'eau 
Παραδείγματα
Le jet est cassé et l'eau fuit. 

Η ακροφύσια είναι σπασμένη και το νερό διαρρέει.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

projet
rejet
jet
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store