Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
jaunir
01
κίτρινιζω, γίνομαι κίτρινος
devenir de couleur jaune
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
jaunis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
jaunissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
jaunirai
ενεστώτα μετοχή
jaunissant
παθητική μετοχή
jauni
α΄ πληθυντικό παρατατικού
jaunissions
Παραδείγματα
Les murs jaunissent à cause de la fumée.
Οι τοίχοι κίτρινισαν λόγω του καπνού.



























