la jaquette
ja
ʒa
zha
quette
ˈkɛt
ket
jacquette

Ορισμός και σημασία του "jaquette"στα γαλλικά

01

σμόκιν, βραδινό σακάκι

petite veste habillée, souvent portée lors d'événements formels 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
jaquettes
Παραδείγματα
Il porte une jaquette noire pour la soirée. 

Φοράει μια μαύρη μπουφάν για το βράδυ.

02

προστατευτικό εξώφυλλο, κάλυμμα βιβλίου

enveloppe en papier autour d'un livre relié, souvent illustrée et décorative 
Παραδείγματα
La jaquette du roman est très colorée. 

Το εξώφυλλο του μυθιστορήματος είναι πολύ χρωματιστό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store