Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La jaquette
[gender: feminine]
01
σμόκιν, βραδινό σακάκι
petite veste habillée, souvent portée lors d'événements formels
Παραδείγματα
Je cherche une jaquette légère pour l' été.
Ψάχνω ένα ελαφρύ σακάκι για το καλοκαίρι.
02
προστατευτικό εξώφυλλο, κάλυμμα βιβλίου
enveloppe en papier autour d'un livre relié, souvent illustrée et décorative
Παραδείγματα
La jaquette protège la couverture reliée.
Το επικάλυμμα προστατεύει το σκληρό εξώφυλλο.



























