Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La jaquette
01
σμόκιν, βραδινό σακάκι
petite veste habillée, souvent portée lors d'événements formels
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
jaquettes
Παραδείγματα
Il porte une jaquette noire pour la soirée.
Φοράει μια μαύρη μπουφάν για το βράδυ.
02
προστατευτικό εξώφυλλο, κάλυμμα βιβλίου
enveloppe en papier autour d'un livre relié, souvent illustrée et décorative
Παραδείγματα
La jaquette du roman est très colorée.
Το εξώφυλλο του μυθιστορήματος είναι πολύ χρωματιστό.



























