Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'inégalité
01
ανισότητα, ανισοκρατία
situation où des personnes ou des groupes ne bénéficient pas des mêmes droits, chances ou ressources
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό



























