l'inégalité
Pronunciation
/inegalite/

Ορισμός και σημασία του "inégalité"στα γαλλικά

01

ανισότητα, ανισοκρατία

situation où des personnes ou des groupes ne bénéficient pas des mêmes droits, chances ou ressources
l'inégalité definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Les politiques publiques visent à corriger l' inégalité économique.
Οι δημόσιες πολιτικές στοχεύουν στη διόρθωση της οικονομικής ανισότητας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store