inégalable
Pronunciation
/ineɡalˈabl/

Ορισμός και σημασία του "inégalable"στα γαλλικά

inégalable
01

ασύγκριτος, ανεπίδεκτος σύγκρισης

qui ne peut être égalé, surpassant tout
inégalable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inégalable
αρσενικό πληθυντικό
inégalables
θηλυκό ενικό
inégalable
θηλυκό πληθυντικό
inégalables
Παραδείγματα
Le paysage offre une beauté inégalable.
Το τοπίο προσφέρει μια ανυπέρβλητη ομορφιά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store