inégalable
iné
ine
ine
ga
ga
ga
lable
labl
labl
inoxydablepréférablediscutablemalléable

Ορισμός και σημασία του "inégalable"στα γαλλικά

inégalable
01

ασύγκριτος, ανεπίδεκτος σύγκρισης

qui ne peut être égalé, surpassant tout 
inégalable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inégalable
αρσενικό πληθυντικό
inégalables
θηλυκό ενικό
inégalable
θηλυκό πληθυντικό
inégalables
Παραδείγματα
Ce chef étoilé propose une cuisine inégalable. 

Αυτός ο σεφ με αστέρια προτείνει μια κουζίνα απαράμιλλη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store