Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'investissement
01
επένδυση, επένδυση κεφαλαίου
action de placer de l'argent, du temps ou des ressources dans un projet dans le but d'obtenir un bénéfice ou un résultat futur
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
investissements
Παραδείγματα
Cet investissement devrait rapporter des bénéfices à long terme.
Αυτή η επένδυση θα πρέπει να αποφέρει μακροπρόθεσμα οφέλη.
02
δέσμευση, αφοσίωση
action de consacrer du temps, de l'énergie ou des efforts à une tâche ou un projet
Παραδείγματα
Leur investissement a permis d' atteindre les objectifs fixés.
Η επένδυσή τους επέτρεψε την επίτευξη των καθορισμένων στόχων.



























