Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
investir
01
επενδύω, τοποθετώ
placer de l'argent, du temps ou des ressources dans un projet pour en tirer un bénéfice
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
investis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
investissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
investirai
ενεστώτα μετοχή
investissant
παθητική μετοχή
investi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
investissions
Παραδείγματα
Mon frère investit régulièrement pour préparer sa retraite.
Ο αδερφός μου επενδύει τακτικά για να προετοιμαστεί για τη σύνταξή του.
02
αφιερώνω τον εαυτό μου, επενδύω τον εαυτό μου
consacrer son temps, son énergie ou ses efforts à une activité ou une cause
Παραδείγματα
Je m' investis dans cette mission avec enthousiasme.
Αφοσιώνομαι σε αυτήν την αποστολή με ενθουσιασμό.



























