Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'interprétation
01
εκτέλεση, ερμηνεία
manière de jouer un rôle ou d'exécuter une œuvre artistique
Παραδείγματα
Son interprétation du rôle principal était remarquable.
Η ερμηνεία της στον κύριο ρόλο ήταν αξιοσημείωτη.
02
ερμηνεία, εξήγηση
action d'expliquer ou de donner un sens à quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
interprétations
Παραδείγματα
Son interprétation du texte est intéressante.
Η ερμηνεία του του κειμένου είναι ενδιαφέρουσα.



























