Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
interner
01
νοσηλεύω, φυλακίζω
placer une personne dans un établissement (hôpital, clinique, prison) pour soins ou surveillance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
interne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
internons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
internerai
ενεστώτα μετοχή
internant
παθητική μετοχή
interné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
internions
Παραδείγματα
Il a été interné contre son gré pour des raisons de sécurité.
Εγκλείστηκε ενάντια στη θέλησή του για λόγους ασφαλείας.



























