Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'internat
[gender: masculine]
01
οικοτροφείο, σχολείο με οικοτροφείο
établissement scolaire où les élèves vivent et étudient sur place
Παραδείγματα
Les élèves de l' internat participent à de nombreuses activités.
Οι μαθητές του οικοτροφείου συμμετέχουν σε πολλές δραστηριότητες.
02
πρακτική άσκηση, εσωτερική
période de formation pratique d'un médecin après ses études, généralement à l'hôpital
Παραδείγματα
L' internat est une étape obligatoire avant de devenir praticien.
Η πρακτική άσκηση είναι ένα υποχρεωτικό βήμα πριν γίνει κάποιος επαγγελματίας.



























