Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
interminable
01
ατέλειωτος, απέραντος
qui dure trop longtemps, sans fin apparente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus interminable
συγκριτικός βαθμός
plus interminable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
interminable
αρσενικό πληθυντικό
interminables
θηλυκό ενικό
interminable
θηλυκό πληθυντικό
interminables
Παραδείγματα
L' attente à l' aéroport fut interminable.
Η αναμονή στο αεροδρόμιο ήταν ατελείωτη.
Λεξικό Δέντρο
interminable
terminable



























