intense
Pronunciation
/ɛ̃tˈɑ̃s/

Ορισμός και σημασία του "intense"στα γαλλικά

01

έντονος, δυνατός

très fort, puissant ou extrême en degré
intense definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus intense
συγκριτικός βαθμός
plus intense
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
intense
αρσενικό πληθυντικό
intenses
θηλυκό ενικό
intense
θηλυκό πληθυντικό
intenses
Παραδείγματα
L' orage a provoqué des pluies intenses.
Η καταιγίδα προκάλεσε έντονες βροχοπτώσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store