Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intellectuel
01
διανοητικός, πνευματικός
qui utilise l'esprit ou la raison
Παραδείγματα
Son handicap n' affecte pas ses facultés intellectuelles.
Η αναπηρία του δεν επηρεάζει τις διανοητικές του ικανότητες.
02
διανοητικός, εγκεφαλικός
qui préfère les idées à l'action pratique
Παραδείγματα
Son art est beau mais trop intellectuel.
Η τέχνη του είναι όμορφη αλλά πολύ διανοητική.
03
διανοητικός, πολυμαθής
qui montre une grande culture et réflexion
Παραδείγματα
Il est intellectuel sans être prétentieux.
Είναι διανοούμενος χωρίς να είναι επιδεικτικός.
L'intellectuel
[female form: intellectuelle][gender: masculine]
01
διανοούμενος, στοχαστής
personne qui consacre sa vie aux activités de l'esprit et à la pensée
Παραδείγματα
L' intellectuel a pris position contre cette loi.
Ο διανοούμενος πήρε θέση εναντίον αυτού του νόμου.



























