intellectuel
intellectuel
ɛ̃telɛktɥɛl
etelektüel

Ορισμός και σημασία του "intellectuel"στα γαλλικά

intellectuel
01

διανοητικός, πνευματικός

qui utilise l'esprit ou la raison 
intellectuel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
intellectuel
αρσενικό πληθυντικό
intellectuels
θηλυκό ενικό
intellectuelle
θηλυκό πληθυντικό
intellectuelles
Παραδείγματα
Le travail intellectuel fatigue autant que le travail physique. 

Η διανοητική εργασία κουράζει όσο και η σωματική εργασία.

02

διανοητικός, εγκεφαλικός

qui préfère les idées à l'action pratique 
Παραδείγματα
Sa philosophie est trop intellectuelle pour être appliquée. 

Η φιλοσοφία του είναι πολύ διανοητική για να εφαρμοστεί.

03

διανοητικός, πολυμαθής

qui montre une grande culture et réflexion 
Παραδείγματα
C'est la personne la plus intellectuelle que je connaisse. 

Είναι το πιο διανοούμενο άτομο που γνωρίζω.

L'intellectuel
01

διανοούμενος, στοχαστής

personne qui consacre sa vie aux activités de l'esprit et à la pensée 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
intellectuels
Παραδείγματα
L'intellectuel a publié plusieurs essais philosophiques. 

Ο διανοούμενος έχει δημοσιεύσει πολλά φιλοσοφικά δοκίμια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store