Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'insulte
[gender: feminine]
01
προσβολή, ύβρις
parole ou geste qui offense quelqu'un
Παραδείγματα
Une insulte peut parfois blesser plus qu' un coup.
Μια προσβολή μπορεί μερικές φορές να πληγώσει περισσότερο από ένα χτύπημα.
02
προσβολή, ύβρις
parole ou acte qui montre du mépris envers quelqu'un
Παραδείγματα
Pour lui, refuser son aide était une insulte.
Για αυτόν, η άρνηση της βοήθειάς του ήταν προσβολή.



























