Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
innombrable
01
αμέτρητος, αναρίθμητος
trop nombreux pour être compté
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus innombrable
συγκριτικός βαθμός
plus innombrable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
innombrable
αρσενικό πληθυντικό
innombrables
θηλυκό ενικό
innombrable
θηλυκό πληθυντικό
innombrables
Παραδείγματα
Nous avons rencontré innombrables difficultés.
Συναντήσαμε αμέτρητες δυσκολίες.



























