innombrable
innombrable
inɔ̃bʁablə
inawbrablē
innommable

Ορισμός και σημασία του "innombrable"στα γαλλικά

innombrable
01

αμέτρητος, αναρίθμητος

trop nombreux pour être compté 
innombrable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus innombrable
συγκριτικός βαθμός
plus innombrable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
innombrable
αρσενικό πληθυντικό
innombrables
θηλυκό ενικό
innombrable
θηλυκό πληθυντικό
innombrables
θεματικό πεδίο
quantité, nombre, échelle
Παραδείγματα
Il y a innombrables étoiles dans l'univers. 

Υπάρχουν αμέτρητα αστέρια στο σύμπαν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store