influençable
Pronunciation
/ɛ̃flyɑ̃sˈabl/

Ορισμός και σημασία του "influençable"στα γαλλικά

influençable
01

επηρεάσιμος, ευεπηρέαστος

qui se laisse facilement influencer ou manipuler par les autres
influençable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus influençable
συγκριτικός βαθμός
plus influençable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
influençable
αρσενικό πληθυντικό
influençables
θηλυκό ενικό
influençable
θηλυκό πληθυντικό
influençables
Παραδείγματα
Ne sois pas si influençable par les opinions des autres !
Μην είσαι τόσο επηρεάσιμος από τις απόψεις των άλλων!
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store