Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
influençable
01
επηρεάσιμος, ευεπηρέαστος
qui se laisse facilement influencer ou manipuler par les autres
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus influençable
συγκριτικός βαθμός
plus influençable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
influençable
αρσενικό πληθυντικό
influençables
θηλυκό ενικό
influençable
θηλυκό πληθυντικό
influençables
Παραδείγματα
Ne sois pas si influençable par les opinions des autres !
Μην είσαι τόσο επηρεάσιμος από τις απόψεις των άλλων!



























