Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'infidélité
01
απιστία, μοιχεία
fait d'avoir des relations amoureuses ou sexuelles avec quelqu'un d'autre que son partenaire officiel
Παραδείγματα
L' infidélité peut détruire la confiance dans un couple.
Η απιστία μπορεί να καταστρέψει την εμπιστοσύνη σε ένα ζευγάρι.
02
απιστία, προδοσία
trahison ou déloyauté envers une personne, un groupe ou une cause
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L' infidélité aux promesses fragilise toute relation.
Η απιστία στις υποσχέσεις αποδυναμώνει οποιαδήποτε σχέση.



























