infectieux
infectieux
ɛ̃fɛktjø
efektyeu

Ορισμός και σημασία του "infectieux"στα γαλλικά

infectieux
01

μολυσματικός, μεταδοτικός

qui peut provoquer une infection ou être causé par un microbe 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
infectieux
αρσενικό πληθυντικό
infectieux
θηλυκό ενικό
infectieuse
θηλυκό πληθυντικό
infectieuses
Παραδείγματα
Le virus infectieux se propage rapidement. 

Ο μολυσματικός ιός εξαπλώνεται γρήγορα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store