Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indéterminé
01
qui n'est pas fixé, connu ou décidé
γραμματικές πληροφορίες
αρσενικό ενικό
indéterminé
αρσενικό πληθυντικό
indéterminés
θηλυκό ενικό
indéterminée
θηλυκό πληθυντικό
indéterminées
Παραδείγματα
Son avenir professionnel est encore indéterminé.



























