Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indifférent
01
αδιάφορος, αμέτοχος
qui ne montre ni intérêt ni émotion pour quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus indifférent
συγκριτικός βαθμός
plus indifférent
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
indifférent
αρσενικό πληθυντικό
indifférents
θηλυκό ενικό
indifférente
θηλυκό πληθυντικό
indifférentes
Παραδείγματα
Il est indifférent aux critiques.
Είναι αδιάφορος για τις κριτικές.
02
αδιάφορος, αμέτοχος
qui ne fait pas de différence, qui est égal ou sans préférence
Παραδείγματα
Les candidats sont indifférents pour ce poste.
Οι υποψήφιοι είναι αδιάφοροι για αυτή τη θέση.



























