Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incontournable
01
αναπόφευκτος, απαραίτητος
qu'on ne peut ignorer ou éviter
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus incontournable
συγκριτικός βαθμός
plus incontournable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
incontournable
αρσενικό πληθυντικό
incontournables
θηλυκό ενικό
incontournable
θηλυκό πληθυντικό
incontournables
Παραδείγματα
Le smartphone est aujourd'hui un outil incontournable.
Το smartphone είναι σήμερα ένα απαραίτητο εργαλείο.



























