incontournable
incontournable
ɛ̃kɔ̃tuʁnabl
ekawtoornabl

Ορισμός και σημασία του "incontournable"στα γαλλικά

incontournable
01

αναπόφευκτος, απαραίτητος

qu'on ne peut ignorer ou éviter 
incontournable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus incontournable
συγκριτικός βαθμός
plus incontournable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
incontournable
αρσενικό πληθυντικό
incontournables
θηλυκό ενικό
incontournable
θηλυκό πληθυντικό
incontournables
θεματικό πεδίο
importance, nécessité, référence
Παραδείγματα
Ce livre est un classique incontournable. 

Αυτό το βιβλίο είναι ένα απαραίτητο κλασικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store