Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'inconscience
01
απροσεξία, απερισκεψία
manque de prudence, d'attention ou de jugement ; comportement irréfléchi ou insensé
Παραδείγματα
Cette décision montre une totale inconscience des réalités économiques.
Αυτή η απόφαση δείχνει μια πλήρη ασυνείδητη συμπεριφορά απέναντι στις οικονομικές πραγματικότητες.
02
ασυνειδησία, άγνοια
manque de connaissance ou de conscience d'une situation, ignorance ou méconnaissance
Παραδείγματα
L' inconscience des parents sur la sécurité de leurs enfants est préoccupante.
Η ασυνειδησία των γονέων για την ασφάλεια των παιδιών τους είναι ανησυχητική.
03
αναισθησία, απώλεια συνείδησης
état dans lequel une personne ne réagit plus à son environnement et ne peut pas contrôler ses actions, souvent temporaire
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Une longue période d' inconscience peut endommager le cerveau.
Μια μεγάλη περίοδος απώλειας συνείδησης μπορεί να βλάψει τον εγκέφαλο.
Λεξικό Δέντρο
inconscience
conscience



























