incinérer
incinérer
ɛ̃sinɛʁe
esinere

Ορισμός και σημασία του "incinérer"στα γαλλικά

incinérer
01

καίω, κηδεύω με καύση

brûler complètement un corps ou des déchets jusqu'à ce qu'il ne reste que des cendres 
incinérer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
incinère
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
incinérons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
incinérerai
ενεστώτα μετοχή
incinérant
παθητική μετοχή
incinéré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
incinérions
Παραδείγματα
On incinère les déchets médicaux pour éviter la contamination. 

Τα ιατρικά απόβλητα αποτεφρώνονται για να αποφευχθεί η μόλυνση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store