Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'incidence
01
επίδραση, επιρροή
effet ou influence, souvent négatif, sur quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
incidences
Παραδείγματα
La pollution a une incidence sur la santé des habitants.
Η ρύπανση έχει επίδραση στην υγεία των κατοίκων.
02
πρόσπτωση, γωνία πρόσπτωσης
point ou angle où quelque chose rencontre ou touche autre chose
Παραδείγματα
L'incidence du rayon de lumière sur le miroir change sa direction.
Η πρόσπτωση της ακτίνας φωτός στον καθρέφτη αλλάζει την κατεύθυνσή της.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
incidence
incid



























